ἑτεροπάθεια

ἑτερο-πάθεια [πᾰ], , ([etym.] πᾰθεῖν)
A counterirritation, Dsc.2.154.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροπάθεια — η (Α ἑτεροπάθεια) νεοελλ. αλλοπάθεια, θεραπευτική αγωγή που συνίσταται στη χορήγηση φαρμάκων κατάλληλων να προκαλέσουν συμπτώματα αντίθετα από αυτά που επιδιώκουν να θεραπεύσουν αρχ. ο ερεθισμός από αντανάκλαση, αντανακλαστικός πόνος. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροπαθείας — ἑτεροπαθείᾱς , ἑτεροπάθεια counterirritation fem acc pl ἑτεροπαθείᾱς , ἑτεροπάθεια counterirritation fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροπάθειαν — ἑτεροπάθεια counterirritation fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.